ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Μ' αυτούς θα προχωρήσουμε

Μ' αυτούς θα προχωρήσουμε

Παρατηρητήριο

Ποια αξιολόγηση όμως; Μήπως αυτή που θα κάνει μια εξωτερική ανεξάρτητη αρχή, ένας ανάλογος ΑΣΕΠ; Ή καλύτερα, μια ιδιωτική εταιρία σε σύμβαση με το δημόσιο; Με μετρήσιμους ποσοτικούς δείκτες; Μια αξιολόγηση συνεχής της οποίας οι μετρήσεις θα επιφέρουν αποτελέσματα ανεξαρτήτως κυβέρνησης; Ή μήπως αυτή που θα λαμβάνει υπόψη και τη γνώμη των πολιτών και των επιχειρήσεων που συναλλάσσονται με το δημόσιο; Αλλά για να θεσμοθετηθούν όλα αυτά απαιτείται κοινωνική βούληση που δεν υπάρχει. Η κοινωνία δεν καίγεται για τέτοια πράγματα, δεν έχει μάθει να τα ζητά.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Χτες ήταν οι καταλήψεις, σήμερα το «άσυλο» της βίας, αύριο η διάλυση των μεταπτυχιακών. Οι θλιβεροί φαιοί ή κόκκινοι κομισάριοι μισούν τους άριστους γιατί τους φοβούνται και πασχίζουν να τους σταματήσουν. Γιατί είναι αυτοί που θα χτίσουν την επόμενη ελεύθερη, δημοκρατική και δημιουργική Ελλάδα. Είναι αυτοί που θα τους αποστρατεύσουν, θα τους στείλουν επιτέλους στη λήθη της ιστορίας. Είναι αυτοί που με την αξιοσύνη τους θα αλλάξουν το παράδειγμα στην έρμη τούτη χώρα. Μην ανησυχείτε. Δεν έρχεται κανένα άλλο κόμμα, πράσινο, κόκκινο ή γαλάζιο. Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε.

Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ευθύμης Δημόπουλος: Η σχολική επίδοση και ο κ. Γαβρόγλου.



Την τελευταία εβδομάδα, με αφορμή το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος του Γαβρόγλου για την κλήρωση των σημαιοφόρων επανήλθε η συζήτηση για τη βαθμολόγηση μαθητών στο Δημοτικό σχολείο και μαζί της τα αποπροσανατολιστικά συνθήματα του παιδαγωγικού λαϊκισμού στα οποία τόσο πρόθυμα κατέφυγε ο υπουργός Παιδείας. 

Ας δούμε πρώτα τι ισχύει σήμερα στο δημοτικό σχολείο ως προς τη βαθμολόγηση των μαθητών. Στις τέσσερις πρώτες τάξεις (Α΄- Δ΄ τάξη) δεν υπάρχουν βαθμοί αλλά μια υποτυπώδης αξιολόγηση τριών βαθμίδων: Α, Β, Γ. Στις δύο τελευταίες τάξεις (Ε΄ και ΣΤ΄) οι μαθητές βαθμολογούνται με πραγματική κλίμακα 8 – 10. Ουσιαστικά στις εργασίες, στα τεστ και στους ελέγχους υπάρχουν μόνο τρεις βαθμοί: 8, 9 και 10. Επιπλέον, αν και όλοι γνωρίζουν ότι ένα στοιχειώδες κριτήριο αντικειμενικής βαθμολόγησης είναι η φυσιολογική διασπορά της βαθμολογίας των μαθητών της τάξεως (Καμπύλη του Gaus), στο ελληνικό δημοτικό σχολείο το ποσοστό μαθητών που βαθμολογούνται με 10 ή Α είναι πάντα πολύ μεγαλύτερο από το ποσοστό αυτών που βαθμολογούνται με χαμηλή ή μέση βαθμολογία. Έτσι επικρατεί ένας πληθωρισμός επιβράβευσης που ακυρώνει την προσπάθεια και τη σταδιακή εξέλιξη του μαθητή.

Είναι τέτοια η στρέβλωση που αν κάποιος εξωτερικός παρατηρητής επιχειρούσε, μελετώντας τις βαθμολογίες δεκαετιών, να βγάλει συμπεράσματα για την επίδοση των μαθητών, την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων και την ποιότητα των αναλυτικών προγραμμάτων θα κατέληγε ότι το ελληνικό πρωτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί υποδειγματικά και παράγει αποτελέσματα υψηλής ποιότητας. Βέβαια, όχι μόνο αυτό δε συμβαίνει αλλά αντιθέτως η πλαστή αξιολόγηση της επίδοσης προκαλεί εφησυχασμό σε μαθητές και γονείς, αποπροσανατολίζει την παιδική προσωπικότητα, εθίζει τον εκπαιδευτικό στον κομφορμισμό και κυρίως κρύβει κάτω από το χαλί παθολογίες και προβλήματα δεκαετιών του δημοτικού σχολείου. 

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά ; Γιατί επικρατεί τέτοιου είδους στρέβλωση ως προς την αξιολόγηση της σχολικής επίδοσης ;
Η κυριότερη αιτία είναι μια χυδαία πρόσληψη της έννοιας της ενθάρρυνσης από το «αντιαυταρχικό πνεύμα» της συνδικαλισμένης παιδαγωγικής σύμφωνα με την οποία «η αξιολόγηση τραυματίζει». Σε εφαρμοσμένη μορφή αυτό σημαίνει πληθωρισμό αριστείας και όσο το δυνατόν λιγότερα φίλτρα στην εκπαιδευτική πορεία των μαθητών αλλά και των σπουδαστών. Όχι μαζική αλλά ισοπεδωμένη εκπαίδευση. Την εκπαίδευση αυτή υπηρετούν οι υπεύθυνοι παιδείας της σημερινής κυβέρνησης.

Ας σταθούμε λίγο παραπάνω στην παιδαγωγική έννοια της ενθάρρυνσης ειδικά στο δημοτικό σχολείο. Αναμφίβολα ο μαθητής πρέπει να ενθαρρύνεται αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την κολακεία. Η ενθάρρυνση χτίζεται δεν πλαστογραφείται. Αυτό σημαίνει ότι ο αδύναμος μαθητής θα υποστηριχθεί και θα εξασκηθεί με διαφοροποιημένες εργασίες, διαβαθμισμένα τεστ και φροντιστηριακή υποστήριξη. Ο εκπαιδευτικός θα συνεργαστεί με το οικογενειακό περιβάλλον του μαθητή και θα προσπαθήσουν να λύσουν από κοινού τους «κόμπους». Ο σύλλογος διδασκόντων θα συνεδριάσει και θα αναθέσει στον μαθητή πρωτοβουλίες που ενισχύουν την αυτοεικόνα του. Η ομάδα στη σχολική τάξη θα παράγει διαδικασίες μάθησης εκπαιδεύοντας τα μέλη της με συνεργατικές δράσεις. Επειδή όμως όλα αυτά θέλουν δουλειά και η εκπαιδευτική καθημερινότητα δεν έχει καταφέρει να τα ενσωματώσει, το ελληνικό δημοτικό σχολείο επιλέγει να ενθαρρύνει μέσω της πλαστής βαθμολογίας. Έτσι όμως καταλήγει να χαρίζει αλλά όχι να εκπαιδεύει και τελικά να αποσυνδέει τη μάθηση από τον μόχθο. 

Ο δεύτερος λόγος της στρέβλωσης είναι πιο πεζός, περισσότερο δημοσιοϋπαλληλικός. Η μεγάλη πλειοψηφία των δασκάλων προκειμένου να αντιπαρέλθει την πίεση παρεμβατικών γονέων μοιράζει δεκάρια με τη σέσουλα. Γιατί; Γιατί «σιγά μην κάτσω να χαλάσω τη ζαχαρένια μου με τον κάθε παλαβό». Με αυτή τη στάση όμως ο δάσκαλος αρνείται τον ρόλο του. Αρνείται να υπηρετήσει αυτό για το οποίο η δημοκρατική πολιτεία τον εκπαίδευσε: να εμπιστευθεί ανυπόκριτα τις λανθάνουσες δυνάμεις του μαθητή και να εργαστεί συστηματικά για την απελευθέρωσή τους. Αρνείται να αναλάβει ευθύνες κοινωνικοποίησης και εκπαίδευσης, να γίνει ακριβοδίκαιος κριτής και μέντορας της εκπαιδευτικής προσπάθειας του παιδιού. Μετατρέπεται σε έναν πατερναλιστή κόλακα που παριστάνει τον «φίλο» του μαθητή και αποκοιμίζει τον γονέα. Θα έπρεπε όλοι (δάσκαλοι και ηγεσία του υπουργείου) να ντρεπόμαστε για αυτή τη στρέβλωση. Όμως το αυτί του κύριου Γαβρόγλου δεν φαίνεται να ιδρώνει. Όχι μόνο δεν θέλησε να συγκρουστεί με αυτή τη στάση αλλά τη χρησιμοποίησε ως άλλοθι για να δικαιολογήσει το διάταγμα της κλήρωσης, λέγοντας ότι οι δάσκαλοι «τραβάνε πολλά από γονείς που ζητούν βαθμούς και πρέπει να τους προστατεύσουμε». 

Ήθελα να ξέρω ο υπουργός Παιδείας, οι σύμβουλοί του και οι οργανώσεις παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ που υπογραμμίζουν τα ταξικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας και διεκδικούν μια εκπαίδευση κοινής αφετηρίας και ίσων ευκαιριών έτσι αντιλαμβάνονται τη δημοκρατική ενσωμάτωση που οφείλει να πραγματώνει το σχολείο ; Χωρίς επίμονη και συστηματική προσπάθεια, χωρίς εξάσκηση και μόχθο, χωρίς ρόλους, χωρίς υιοθέτηση των αξιών του δημοκρατικού κράτους, χωρίς αξιολόγηση ; Τους αρκεί να μοιράζουν «καθρεφτάκια και χάντρες» σε γονείς και μαθητές ;

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Βάσω Κιντή: Βαριά πλάκα εσωστρέφειας πάνω σε ό,τι έχει μείνει ζωντανό


Υπονόμευση του πανεπιστημιακού θεσμόύ και της λειτουργίας των ιδρυμάτων. Αυτός είναι ο στόχος πλέον. Προετοιμασία της επόμενης μέρας. Αδύναμη δημοκρατία και φτωχή κοινωνία ως στόχος μιας νέας αντεπίθεσης. 
από την Καθημερινή
Τα πανεπιστήμια είναι από τους παλαιότερους θεσμούς που υπάρχουν. Εχουν ιστορία περίπου χιλίων χρόνων. Και επιβίωσαν σχεδόν απαράλλακτα στους αιώνες, διότι με τη μία ή την άλλη μορφή διατήρησαν τη σχετική αυτονομία τους. Ετσι μπορούσαν με σχετική ευελιξία να αντιμετωπίζουν κάθε φορά τις προκλήσεις της νέας εποχής. Μπορούσαν να προσαρμόζονται αλλά και να ανοίγουν νέους δρόμους στη σκέψη, στη γνώση, στην οικονομική και στη δημόσια ζωή.
Σε όλον τον κόσμο σήμερα που όλα είναι πιο διεθνοποιημένα και διασυνδεδεμένα από ποτέ, που τα πάντα, από πληροφορίες έως ανθρώπους, κινούνται με μεγάλες ταχύτητες, τα σοβαρά πανεπιστήμια σε όλη τη γη ανοίγονται στο μέλλον, ξεπερνούν τα όρια των πανεπιστημιουπόλεων και των εθνικών κρατών, μοιράζονται ερευνητικά δεδομένα και αποτελέσματα, μεθόδους έρευνας και διδασκαλίας, βιβλιοθήκες, ακαδημαϊκό προσωπικό, φοιτητές και προγράμματα. Δημιουργούν ακατάπαυστα νέους τομείς γνώσης και νέα επαγγέλματα, αλληλοτροφοδοτούνται με τη βιομηχανία, ιδρύουν εταιρείες και νέες θέσεις εργασίας, παράγουν προϊόντα υλικά και άυλα, κάνουν επενδύσεις, χτίζουν κτίρια, αλλάζουν τη φυσιογνωμία των πόλεων όπου εδρεύουν και των περιοχών που μελετούν, φέρνουν στο φως περιθωριοποιημένες και καταπιεσμένες ομάδες και ιστορίες, προσφέρουν στις τοπικές κοινωνίες και στην παγκόσμια κοινότητα. Φιλοξενούν στους πραγματικούς και οιονεί χώρους τους τους πιο διαφορετικούς ανθρώπους, τις πιο διαφορετικές ιδέες. Δημιουργούν τους όρους απρόσκοπτης συνομιλίας, ανταλλαγής εμπειριών και απόψεων. Ενθαρρύνουν την κριτική, τη συνεργασία, την πρωτοβουλία, τη συνεχή μάθηση. Καλλιεργούν τη διανοητική περιέργεια, την περισυλλογή, την επιμονή, τη διανοητική τόλμη. Παρεμβαίνουν στον δημόσιο διάλογο και στη δημόσια πολιτική.
Τι απ’ όλα αυτά αναγνωρίζουμε στο ελληνικό περιβάλλον; Μπροστά σ’ αυτόν τον διεθνή δημιουργικό οργασμό, με τις επιτυχίες, τα προβλήματα και τις προκλήσεις του, τα ελληνικά πανεπιστήμια στέκονται φτωχοί συγγενείς. Χωρίς λεφτά, χωρίς νέους δασκάλους, σε βρώμικα, εγκαταλελειμμένα κτίρια κουφάρια, με καχεκτικά συγγράμματα, απόντες φοιτητές, αδιάκοπες, ανούσιες εξετάσεις, παράλογη, πνιγηρή και άνευ αντικειμένου γραφειοκρατία, χωρίς πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων και διεθνή περιοδικά, βυθίζονται, μετά τη μικρή άνοιξη που έφεραν Γιαννάκου και Διαμαντοπούλου, στο τέλμα, στην καθυστέρηση και στην παρακμή. Περίκλειστα, αναχρονιστικά, καθηλωμένα και φοβικά, συντηρούν και στεγάζουν κρυφή και φανερή παρανομία, πνίγουν στα ρηχά τα όνειρα των νέων φοιτητών, ματαιώνουν φιλοδοξίες, αποθαρρύνουν και διώχνουν καθηγητές και ερευνητές, βγάζουν στην αγορά εργασίας αποφοίτους εγκαταλελειμμένους στη μοίρα τους. Λίγοι είναι αυτοί που πασχίζουν να τα κρατήσουν όρθια σε επαφή με το διεθνές περιβάλλον, να διασώσουν τα ελάχιστα, να σταθούν δίπλα στους φοιτητές τους, να κάνουν τη δουλειά τους όσο καλά μπορούν, να παρακολουθήσουν τις διεθνείς εξελίξεις, επαιτώντας άρθρα περιοδικών από συναδέλφους και φοιτητές τους στο εξωτερικό ή αναζητώντας τα κλεψίτυπα στο Διαδίκτυο. Τι ήττα για τη χώρα και για τους νέους, τι ματαίωση!
Κι έρχεται σήμερα ο υπουργός Παιδείας, σε συνέχεια των άλλων υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ, να βάλει μια βαριά πλάκα εσωστρέφειας, υπερρύθμισης και παραλογισμού πάνω σε ό,τι έχει μείνει ζωντανό και κινείται. Ασφυκτικός συγκεντρωτισμός (ο υπουργός αποφασίζει αν η λειτουργία ΑΕΙ δικαιολογείται επιστημονικά, δίνει ο ίδιος ακαδημαϊκή αναγνώριση στα 5ετή μάστερ, ιδρύει κατευθύνσεις εντός σχολών και τμημάτων, ορίζει σε συνεργασία με τον υπουργό Οικονομικών την αμοιβή και τις προϋποθέσεις πρόσκλησης επισκεπτών καθηγητών από το εξωτερικό που θα δημοσιεύεται σε ΦΕΚ), προχειρότητα (διετή προγράμματα χωρίς πρόβλεψη χρηματοδότησης και οργάνωσης), παραλυτική γραφειοκρατία (κάθε μήνα οι ΕΛΚΕ θα υποβάλλουν στο υπουργείο δημοσιονομικές αναφορές με απολογιστικά στοιχεία δαπανών και εσόδων). Κανένα σχέδιο, καμία πνοή, καμία προοπτική. Κυνική χρησιμοποίηση των πανεπιστημίων για το κομματικό ακροατήριο (άσυλο-παράδοση στην ανομία, συνδιοίκηση με φοιτητές-παράδοση στη συνδιαλλαγή) και την ικανοποίηση συντεχνιών, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση και λογοδοσία. Μικροπολιτική σε έναν μυωπικό και ιδιοτελή μικρόκοσμο. Και, επιπλέον, έρχεται ο υπουργός να αποσύρει τα ελληνικά πανεπιστήμια από τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπου δικαιωματικά ανήκουν γεωγραφικά, ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά.
Αναρωτιέμαι, η ελληνική κοινωνία πώς δέχεται αυτή τη μοίρα παρία που επιφυλάσσει η κυβέρνηση στους νέους της χώρας; Πώς δέχονται οι φοιτητές να τους χρησιμοποιούν για παιχνίδια ισχύος μέσα σε διοικητικά όργανα για πράγματα που δεν έχουν ιδέα καθώς καλούνται να ψηφίζουν π.χ., για την αλλαγή του γνωστικού αντικειμένου καθηγητών, την κατάρτιση των εκλεκτορικών τους, για την ανάθεση αυτοδύναμης διδασκαλίας σε άλλο προσωπικό, για τα διανεμόμενα συγγράμματα, για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, κλπ., όταν θα έπρεπε να διεκδικούν την πιο σύγχρονη μόρφωση και την επαγγελματική τους προετοιμασία; Γιατί συμβιβάζονται με τη μετριότητα όταν στους συναδέλφους τους στο εξωτερικό προσφέρονται οι όροι για να ανακαλύψουν απερίσπαστοι τις κλίσεις τους, να συνδεθούν με την ανθρώπινη γνώση στη διαδρομή της ιστορίας, να διαμορφώσουν την ακαδημαϊκή διαδρομή τους και τα προσόντα τους, να χτίσουν την επαγγελματική τους φυσιογνωμία; Γιατί δεν διεκδικούν το μέλλον αλλά αφήνουν να τους καθηλώσουν σε ένα μίζερο παρελθόν;
* Η κ. Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.

Το ακαδημαϊκό άσυλο ως ποινική ασυλία




Ξέρουν ότι φεύγουν. Μπορεί και σύντομα. Οτιδήποτε νομοθετούν έχει την πρόθεση ναρκοθέτησης της δημοκρατικής κοινωνίας. Η υπόθεση του πανεπιστημιακού ασύλου είναι μια από αυτές. Επιτρέπει και πάλι σε όποιον θέλει να καταστρέφει την εκπαιδευτική διαδικασία χωρίς ποινικές επιπτώσεις. Σιγή ασυρμάτου από τα πανεπιστήμια. Ευνόητη. Η επιστροφή στα 80s άρεσε. Ξεκουράζει. Πολύ πολύ δύσκολα και με πολλές αντιστάσεις εκ μέρους της κάθε Αριστεράς θα ξαναδούμε προοδευτικό και σύγχρονο νόμο πλαίσιο στα ΑΕΙ. Ολοι αυτοί που τώρα ανέχονται ή επικροτούν την καταστροφή, τότε θα βγουν στο μεϊντάνι να υπερασπιστούν το δικαίωμα του κάθε άρρωστου να σπάει. Εδώ θα είμαστε και θα τα ζήσουμε. Ακολουθεί ένα θαυμάσιο κείμενο περί ασύλου.

Νικόλαος Μπιτζιλέκης
από την Καθημερινή
Η​​ διάταξη για το άσυλο στον νέο νόμο για τα ΑΕΙ δεν θα είχε κάποια ιδιαίτερη αξία (τα δικαιώματα που αναγνωρίζει για την ελευθερία στην έρευνα και διδασκαλία είναι ήδη συνταγματικά κατοχυρωμένα για όλους στο άρθρο 16) αν δεν ακολουθούσε η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του νόμου, η οποία προσφέρει στην ουσία μια ποινική ασυλία. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η «επέμβαση της δημόσιας δύναμης σε χώρους των ΑΕΙ επιτρέπεται αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις κακουργημάτων και εγκλημάτων κατά της ζωής και ύστερα από απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση».
Το πρώτο ζήτημα που θέτει η ρύθμιση της μη επέμβασης είναι η έκδηλη ασάφεια σχετικά με το ποιοι είναι οι «προστατευόμενοι»χώροι: αυτοί που απλώς ανήκουν σε ΑΕΙ (γραφεία διοίκησης, λέσχες, κυλικεία, πάρκα); Ή οι χώροι όπου ασκείται ακαδημαϊκή έρευνα και διδασκαλία; Τέτοιοι είναι και τα εκτός ΑΕΙ νοσοκομεία, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα φυτώρια και οι βιότοποι, όπου εκπαιδεύονται οι φοιτητές και λαμβάνει χώρα ακαδημαϊκή έρευνα. Ή μήπως διαφορετικού βαθμού προστασία απολαμβάνει η ακαδημαϊκή έρευνα εντός των χώρων των ΑΕΙ από αυτή εκτός;
Προφανής είναι επίσης η δυσκολία το Πρυτανικό Συμβούλιο να πρέπει να ασκήσει οιονεί ποινική εξουσία, διακρίνοντας το είδος των αξιόποινων πράξεων – μια διάκριση που προσδιορίζεται όχι μόνο από τα αντικειμενικά δεδομένα της πράξης αλλά και από τα υποκειμενικά στοιχεία του πράττοντος (δόλος και βαθμός του, αμέλεια). Η εγγενής αυτή δυσκολία οδηγεί αναπόφευκτα σε αδρανοποίηση του αρμόδιου οργάνου.
Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα του ασύλου είναι ότι εισάγει έναν διττό περιορισμό της συνταγματικά αναγνωρισμένης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών στον χώρο των ΑΕΙ. Ο πρώτος περιορισμός συνίσταται στο ότι με το άσυλο η προστασία των ατομικών ελευθεριών στους πανεπιστημιακούς χώρους, κομμάτι της οποίας είναι και η ποινική προστασία, εξαρτάται από τρίτα πρόσωπα. Με άλλα λόγια, κάποιος που βλέπει να καταστρέφονται ή να αφαιρούνται προσωπικά ή ερευνητικά του αντικείμενα, κάποιος που προπηλακίζεται ή με βία εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το γραφείο ή το εργαστήριό του, να διδάξει ή να διδαχθεί, αποστερείται της άμεσης προστασίας της πολιτείας στα δικαιώματά του αυτά, αφού είναι υποχρεωμένος να ζητήσει για την προστασία τους την άδεια του Πρυτανικού Συμβουλίου.
Η εξάρτηση λοιπόν της παρεχόμενης θεσμικής ποινικής προστασίας από ένα πανεπιστημιακό όργανο που δύσκολα συγκροτείται και ακόμη πιο δύσκολα αποφασίζει, όπως η ιστορική εμπειρία απέδειξε, σχετικοποιεί την απόλυτη προστασία που ρητώς επιφυλάσσει το Σύνταγμα (άρθρο 5 παρ. 2), εκτός από τη ζωή, και για την τιμή και την ελευθερία όλων όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια. Ο περιορισμός αυτός μάλιστα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ακόμη και αν εθεωρείτο αναγκαίος, με το ότι γίνεται χάριν προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας και έρευνας, καθώς η τελευταία είναι νοητή μόνο με την εγγύηση όλων των λοιπών ατομικών ελευθεριών των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Ο δεύτερος περιορισμός αναφέρεται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση των κρατικών οργάνων να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Οταν στην προστατευτική δράση αυτών των οργάνων παρεμβάλλονται και όργανα, όπως το Πρυτανικό Συμβούλιο, θεσμικά παντελώς αναρμόδια για την ποινική προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών, η εν λόγω διασφάλιση ούτε ανεμπόδιστη ούτε αποτελεσματική μπορεί να θεωρηθεί.
Τέλος, η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να είναι συνάρτηση του χώρου άσκησής τους. Η παραίτηση της εγγύησης προστασίας εκ μέρους της πολιτείας στους χώρους των ΑΕΙ δημιουργεί όχι ένα ελεύθερο, άλλα ένα φοβικό και ελεγχόμενο πανεπιστήμιο.
* Ο κ. Νικόλαος Μπιτζιλέκης είναι καθηγητής Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ.

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Το "όπλο" παρά πόδα



Έχω και μερικούς που νομίζουν ακόμα πως οι τύποι είναι ΚΚΕ εσωτερικού, κάτι σαν το Μπάμπη το Δρακόπουλο, το Φιλίνη και τον Κύρκο. Κομμουνιστές ήταν και κείνοι αλλά είχαν ένα ήθος, μια αρχοντιά, μια υψηλή αισθητική. Είχαν βιώσει τον εμφύλιο, τη φρίκη του πολέμου και της εξορίας είχαν διαβάσει και πολύ και είχαν καταλάβει βαθιά τι παίχτηκε τη δεκαετία του 40. Δεν ανέφεραν ποτέ το Βελουχιώτη. Δεν ήθελαν να τα ξαναζήσουν. Γι αυτό ήταν  cool και διαλλακτικοί, συμπαθούσαν τη δυτική Ευρώπη και σέβονταν όσο κανένας άλλος τη δημοκρατία. Αυτή που είχαν στερηθεί, αλλά και αυτή που είχαν αποπειραθεί να σκοτώσουν στο όνομα ενός άλλου κόσμου που…..

Ήξεραν και τι σήμαινε «λαϊκή δημοκρατία», αλλά δίσταζαν να το πούνε καθαρά, κομμουνιστές ήταν οι άνθρωποι. Γι αυτό και είχαν οι περισσότερο απορρίψει το σοβιετικό μοντέλο και ονειρεύονταν ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Κάπως του στυλ θα πεινάμε αλλά δημοκρατικά. Δεν γίνονταν όμως. Άμα πεινάμε θέλουμε να φάμε και αν δεν βρίσκουμε, θα φάμε τους κομισάριους της πείνας, άρα το ανθρώπινο πρόσωπο πάει περίπατο και έρχεται το απεχθές πρόσωπο της βίας. Και σ’ αυτό το παιχνίδι νικάει πάντοτε η κρατική βία. Το έχουμε ξαναδεί. Ολοκληρωτισμός λέγεται.

Οι κυβερνώντες εδώ δεν είναι τίποτα από αυτά, δεν είναι Κνίτες, δεν είναι Ρηγάδες, δεν είναι του Μπανιά, ούτε του Αλαβάνου. Είναι ένα αμάλγαμα συστατικών εκ των «δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων» που ευδοκίμησαν κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Λόγω δανεικής και επιχορηγούμενης ευημερίας δεν τους είχαν προσέξει για να τους δώσουν τη θέση που τους άξιζε στο πάνθεον της δημοκρατίας μας. Εξάλλου όλοι οι προηγούμενοι ήταν λίγο πολύ επαρκείς. Ήξεραν τους κανόνες, σέβονταν στοιχειωδώς τους θεσμούς, έπαιζαν προσεκτικά το δημοκρατικό παιχνίδι, μοίραζαν χρήματα και δικαιώματα, κρατούσαν τις ισορροπίες και ανέβαζαν το ΑΕΠ, το βιοτικό επίπεδο και το χρέος της χώρας. Κάποιοι και τις καταθέσεις τους.  Όταν τους απογοήτευσαν οι βασικοί, κατέφυγαν στους εναλλακτικούς που παλιότερα δεν κάθονταν ούτε στον πάγκο.

Μόνο που αυτοί εδώ τρέχουν σε άλλο couloir. Έμαθαν τα πολιτικά τους γράμματα σε διαφορετικά σχολεία και είπαν να κάνουν μίξεις διάφορες να είναι και alternative το αποτέλεσμα. Άλλοι τα έμαθαν σε hard κουκουέδικα θρανία με σφυρί, δρεπάνι και γροθιά, αλλά σε soft εσωτερικά, με μια κάποια essence αριστερής εξτραβαγκάντσιας, άλλοι στα γόνατα του Άκη με το μάτι να γυαλίζει από τη βουλιμία και άλλοι με τη χήρα του Μάο (ή χωρίς αυτήν) και τη στρατιά που κατεβαίνει με το Κίτρινο ποτάμι. Η βιοποικιλότητα της ευρύτερης αριστεράς. Όλοι όμως πιστεύουν ακράδαντα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ότι την εξουσία δεν την χαρίζεις σε κανένα, ότι το ψέμα επιβάλλεται αν είναι να εξαπατήσεις τα πλήθη πάντα για το καλό τους. Όταν κατάλαβαν τι θέλουν οι λαϊκές μάζες τους το πρόσφεραν απλόχερα και σε παραλλαγές ώστε να μην αφήσουν κανέναν και καμιά παραπονεμένους. Και οι μάζες τους δικαίωσαν. Αγόρασαν μαζικώς.

Μετέτρεψαν σε ιδεολογία και πολιτική την χαλαρή κουβέντα του πιο λούμπεν καφενείου. Τα χειρότερα talk show της trash ΤV. Tη brutality μιας χουλιγκάνικης παρέας. Είδαν ότι ο κόσμος διψούσε να τα δει όλα αυτά στο βάθρο και αυτοί τα αγκάλιασαν και τα νομιμοποίησαν. Γι αυτό και τα βρήκαν με το ακροδεξιό λουμπεναριάτο. Μια τολμηρή μίξη που τους βγήκε, καταπληκτικά. Φρικιά, φασιστοειδή, εναλλακτικοί, ομοφοβικοί, πουτινόφιλοι, εθνικιστές, ευρω-κομμουνιστές αλλά και σκέτοι κομμουνιστές, εκσυγχρονιστές, ισλαμολάγνοι, χριστιανοί, ευρωπαϊστές, πολιτικά ορθοί και καθιστοί όλοι μια παρέα. Και οικολόγοι, όλα κι’ όλα, οικολόγοι όλοι. Η πλάκα είναι ότι αυτή είναι ακριβώς η κοινωνία μας, η Ελλάδα της κρίσης. Οι τύποι χτύπησαν διάνα.

Όλοι τους, για παράδειγμα, έχουν και κοστούμια και γραβάτες. Στους γάμους της ξαδέρφης και στα βαφτίσια του εγγονού πως πήγαιναν παλιότερα όταν δεν το παιζαν λαμέ φρικιά; Απλά τώρα θέλουν να δείξουν μια κάποια αντισυμβατικότητα, μια ασέβεια προς τους κανόνες και τα έθιμα του αστισμού. Πάνε και τρώνε στα έδρανα της βουλής, κοιμούνται στο περιστύλιο, καπνίζουν όπου λάχει, φοράνε κάτι χίπικα, πετάνε κοτσάνες στα κανάλια, βρίζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ασέβεια σε αυτά δεν τους είναι κάτι ξένο, αλλά δεν είναι και τόσο ανάγωγοι. Δεν υποκρίνονται σώνει και καλά, αλλά θέλουν και να προκαλέσουν. Υπάρχει γενικώς μια διαταραχή και ένα μπέρδεμα. Αλλά το κοινό γουστάρει. Γουστάρει ο λαϊκός γιατί βλέπει τη γενιά του και ευφραίνεται η καδιά του, γουστάρει και ο «κάπως αλλιώς» γιατί το θεωρεί cult και alternative. Αντισυστημικό.

Και όλα αυτά θα ήταν απλώς μια πλάκα αν το πράγμα δεν πήγαινε και σε πιο δύσκολα μονοπάτια, πιο βαθιά μέσα στο σώμα της δημοκρατίας. Πόσο βαθιά όμως, και πόσο επικίνδυνα;

Πήγαν και έμπλεξαν με το Βαρουφάκη, χωρίς σοβαρό λόγο. Ούτε τον ήξεραν, ούτε δικός τους ήταν, ούτε και πουθενά δοκιμασμένος. Πουλούσε όμως η δημόσια εικόνα του. Οκ μέχρι εδώ. Και του ανοίγονται. Και του αναθέτουν και plan Χ ενώ ο στενός πυρήνας ξέρει ότι στο τέλος θα πάνε τα πάσα τους. Και συζητούν μαζί του για «ΙΟΥ» και μπούκες σε ξένα λεφτά. Και έτσι στο σβηστό ξεπερνούν τα όρια του τσαμπουκά με την ΕΕ και κλείνουν οι τράπεζες. Φαντάζει γελοίο, ειδικά εκ του αποτελέσματος, αλλά είναι ένα γεγονός που ζήσαμε που αποδεικνύει ότι οι πιθανότητες να είχαμε καταστραφεί ολοσχερώς  ήταν πολλές. Στο τέλος όμως μένει ένα όνειδος που κανείς δεν ξέρει αν πράγματι το νιώθουν. Υπάρχει ένα προβληματάκι με τη συναισθηματική νοημοσύνη.

Σήμερα στήνουν ένα δημόσιο καυγά με τη δικαιοσύνη και πάλι χωρίς σοβαρό λόγο. Την πρόσβαση ούτως ή άλλως την έχουν, κυβέρνηση είναι. Είναι όμως σαφές ότι πρέπει να νομοθετούν σύμφωνα με το σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις. Σε (αστική) δημοκρατία κυβερνούν όχι σε ελευθεριακό κοινόβιο. Υπάρχει μια διάκριση εξουσιών, η εκτελεστική εξουσία δεν είναι ανεξέλεγκτη. Δεν μπορεί ο ΔΥ να ψηφίζει το διευθυντή του, δεν μπορεί ο υπουργός να υποκαθιστά το ΕΣΡ,  δεν μπορεί η κυβέρνηση να έχει λόγο στη σύνθεση των δικαστηρίων, ή στις διοικήσεις συλλογικών δικαστικών οργάνων. Δεν μπορεί  να διαμαρτύρεται εν σώματι σε αποφάσεις δικαστηρίων που άπτονται της πολιτικής. Στο φινάλε δηλώνει αδυναμία διακυβέρνησης και απώλεια ελέγχου. Δεν μπορεί να μιλά για αποφάσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη «το δημόσιο περί δικαίου αίσθημα» γιατί αυτό το αίσθημα είναι ο ορισμός του φασισμού. Αλλά δεν το καταλαβαίνουν; Ή ανακάλυψαν και πάλι ξαφνικά ότι είναι οι αντιεξουσιαστές στην εξουσία;

Στην Παιδεία γενικώς δείχνουν μια εμμονή στην επιστροφή στα 80s. Ασφυκτικός έλεγχος των πανεπιστημίων από το κράτος, απαξίωση της έρευνας και των μεταπτυχιακών, διευκολύνσεις παντός είδους σε όποιους θέλουν να καταστρέφουν την εκπαιδευτική διαδικασία, επαναφορά των φοιτητικών παρατάξεων στη διοίκηση των ΑΕΙ αλλά και στον έλεγχο των εκπαιδευτικών  προγραμμάτων. Όλα αυτά φαντάζουν ανεξήγητα το 2017, αλλά αν σκεφτεί κανείς ότι όλα αυτά ήταν ανέκαθεν αιτήματα των αριστερίστικων ομάδων των ΑΕΙ, βρίσκει την αιτία. Η εναλλακτική αριστερά δεν αγαπά τη σύγχρονη και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Είναι καπιταλιστικός πυλώνας.

Τέλος, θα σημείωνα και την χαρακτηριστική ανοχή που δείχνουν στις δραστηριότητες αναρχικών, κατά δήλωσή τους, συλλογικοτήτων. Που ενίοτε καταστρέφουν τόσο ιδιωτική όσο και δημόσια περιουσία  ατιμώρητα. Ενώ γνωρίζουν ότι τέτοια γεγονότα ενοχλούν το σύνολο της κοινωνίας. Και υποδηλώνουν αδυναμία των κυβερνώντων να εγγυηθούν μια στοιχειώδη ασφάλεια και τάξη.

Γιατί όλα αυτά; Θεωρώ ότι έχουν αντιληφθεί ότι απέτυχαν. Όχι μόνο με τα αξιακά δεδομένα μιας υγιούς δημοκρατικής διακυβέρνησης, αλλά ακόμα και με τα δεδομένα της Αριστεράς. Κανένας από τους στόχους δεν επετεύχθη. Ούτε παράλληλο πρόγραμμα, ούτε αντίμετρα, ούτε πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, ούτε ελαφρύνσεις παντός είδους. Δυο μνημόνια υπέγραψαν με όρους πολύ πιο δυσβάστακτους από τα προηγούμενα και αυτό δεν κρύβεται. Η υπόθεση κουρέματος του χρέους χάθηκε όπως ήταν βέβαια γνωστό, αλλά και δεν πήραν ούτε μια υπόσχεση. Αντιθέτως η απελπισμένη και μάταια έξοδος στις αγορές βοηθά όλους αυτούς που ήταν αντίθετοι του κουρέματος. Ποιος δυτικός ηγέτης θα τολμήσει να ζητήσει από τους πολίτες του να παραιτηθούν από τα δανεικά μιας χώρας η οποία ήδη δανείζεται από τις αγορές με υψηλά επιτόκια.

Η πολυπόθητη ανάπτυξη είναι μια αργή διαδικασία και έχει δύο προϋποθέσεις. Και οι δύο είναι τελείως ασύμβατες με τα αριστερά δεδομένα. Η πρώτη είναι οι μεταρρυθμίσεις του κράτους. Που πρέπει να είναι βαθιές και δομικές και να στοχεύουν εκτός των άλλων και σε σμίκρυνση του δημοσίου. Ποια αριστερά όχι μόνο αυτή του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να το δεχτεί; Παράλληλα πρέπει να μειωθεί το κόστος λειτουργίας και να αυξηθεί η αποδοτικότητα. Η κοινωνία θα αντιδράσει με κριό τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Πως θα το αντέξουν;

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι οι διευκολύνσεις στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι παραχωρήσεις στον καπιταλισμό. Τα μέτρα που έρχονται τραυματίζουν το δικαίωμα στην απεργία και ελαστικοποιούν ακόμα περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις. Το είδος της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει τόσο το φοροδιαφυγή όσο και την εισφοροδιαφυγή. Αυτά τα ζούμε ήδη. Συνεπώς τουλάχιστον στην αρχή της ανάπτυξης το κράτος δεν θα δει τα φορολογικά του έσοδα να αυξάνονται σημαντικά. Η κοινωνική πολιτική θα καθυστερήσει. Άρα ούτε αυτό το στόρυ μπορεί να γυρίσει το χαρτί υπέρ τους.

Καθώς το όνειρο της αριστερής διακυβέρνησης ξεθωριάζει στο οικονομικό πεδίο που κυρίως απασχολεί τον Έλληνα, το μόνο που απομένει στην αριστερά είναι να δώσει τη μάχη των συμβολισμών μέχρι το τέλος. Να γλυκάνει την ήττα. Να διατηρήσει ένα καλό ποσοστό που θα της επιτρέψει να προβάλει ως ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση διεκδικώντας τα αντίθετα από αυτά που υπέγραψε με τους θεσμούς. Να κρατήσει τις βάσεις της στη νεολαία, στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στους δημόσιους υπαλλήλους, στο συνδικαλισμό, στους ακραίους ακτιβιστές. Για να μπορεί να επανέλθει ισχυριζόμενη ότι δεν πρόδωσε τα ιερά και τα όσια της παράταξης, αλλά υπέκυψε έναντι υπέρτερων καπιταλιστικών και φιλελεύθερων δυνάμεων.

Η κανονικότητα της κοινωνίας δεν τους ενδιαφέρει. Προέχει το κομματικό και ιδεολογικό κόστος. Η ιστορία της αριστεράς είναι γεμάτη από το «μετά». Πρέπει οι βασικοί πυλώνες της δημοκρατίας, όπως η ιδιωτική οικονομία, η δικαιοσύνη, η παιδεία, η ασφάλεια, τα μέσα ενημέρωσης να βρεθούν αδύναμα και καθημαγμένα ώστε πάνω σ’ αυτές τις αδυναμίες να χτιστεί και πάλι μια αντεπίθεση. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού που λέγαμε παλιά.           


Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Κίμων Χατζημπίρος: Ο χρόνος υπάρχει;





Ex scientia 6 books' journal

Ο χρόνος υπάρχει;

Κίμων Χατζημπίρος

Οι άνθρωποι σκέφτονται τον χρόνο σαν ποτάμι που ρέει ασταμάτητα και τους παρασέρνει. Η αντίληψη αυτή ίσως είναι ψευδαίσθηση που οδηγεί σε μια επιφανειακή κατανόηση του κόσμου. Κάπως σαν το χρώμα που φαίνεται μακροσκοπικά, αλλά τα μικροσκοπικά άτομα της ύλης δεν είναι χρωματιστά ή σαν το χρήμα που κινεί την οικονομία, αλλά δεν έχει πραγματική αξία. Όταν εμφανίζεται μέσα από τα γεγονότα, ο χρόνος θεωρείται κάτι αυτονόητο, τον νοιώθουμε διαισθητικά, όταν όμως απομονωθεί γίνεται αίνιγμα για την σκέψη. Επιπλέον, η ιδέα μας για τον χρόνο επηρεάζεται από την υπαρξιακή σχέση που αναγκαστικά έχουμε μαζί του. Οι δυνατότητες υπέρβασής του ή το ενδεχόμενο να μην υπάρχει είναι θελκτικές προκλήσεις.


Ιστορία

Ο χρόνος γίνεται αντιληπτός σαν ρευστό που διέπει κινήσεις, προκαλεί γήρανση, φθείρει ή διαβρώνει, ωριμάζει καταστάσεις και κρασιά! Πειράματα δείχνουν ότι τα ζώα πλην του ανθρώπου ζουν σ’ ένα συνεχές παρόν, αν και το σώμα τους έχει βιολογικά ρολόγια. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον με επίγνωση της μη αναστρέψιμης παρέλευσης του χρόνου. Τα ημερονύκτια, οι εποχές, οι παλίρροιες, οι περιοδικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δημιούργησαν στις αρχαίες κοινωνίες την ιδέα ενός χρόνου κυκλικού. Σταδιακά, η αύξηση της γνώσης υποχρεώνει τόσο την κοινή γνώμη όσο και την φιλοσοφία να αναθεωρούν τις πεποιθήσεις τους. Η κυκλική αντίληψη της ιστορίας έγινε γραμμική, υπό την επίδραση τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά και της θρησκευτικής υπόσχεσης περί κάποιου τέλους. Η εφεύρεση των χρονομέτρων και οι ανάγκες ρύθμισης της κοινωνικής ζωής παρήγαγαν την αίσθηση της γραμμικής ροής ενός χρόνου ομοιογενούς, που μετριέται με ωρολόγια και ημερολόγια.

Η ικανότητα να συνθέτουμε τις εμπειρίες μας σε μονοδιάστατη χρονική συνέχεια είναι ένα πολύπλοκο πρόσφατο προϊόν της βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης.
Χρειάστηκαν αιώνες για να ξεπερασθεί η ιδέα του κυκλικού χρόνου. Η νεωτερική σκέψη έδωσε στον χρόνο φορά προς τα εμπρός και η αναπόφευκτη εξέλιξη επικυρώνει την γραμμικότητά του. Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού καλλιέργησε την ιδέα της προόδου, που τους τελευταίους αιώνες θεωρείται περίπου φυσική. Ήδη τον 16ο αιώνα εμφανίζονται εκτιμήσεις ότι ο άνθρωπος προοδεύει και γίνεται ικανός να καταγράφει και να διαδίδει τους μηχανισμούς της εξέλιξής του, μέσω της τυπογραφίας. Διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης τον 17ο και 18ο αιώνα ονειρεύτηκαν την χειραφέτηση, ενώ ήδη από την Αναγέννηση η επιστήμη έχει αναδυθεί σταδιακά ως καθοριστικός παράγων της κοινωνικής εξέλιξης. 

Θερμοδυναμική, ψυχολογία, κοσμολογία

Ποτέ δεν είδαμε ένα ποτήρι που θρυμματίστηκε στο πάτωμα να ξαναφτιάχνεται αυθόρμητα. Ο πάγος λυώνει αυθόρμητα μέσα στο ζεστό ποτό και το ψύχει, αλλά δεν παρατηρούμε ένα ζεστό ρόφημα και ένα κομμάτι πάγου να παράγονται από ψυχρό ρόφημα. Αιτία είναι το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, ο θεμελιώδης φυσικός νόμος που επιβάλλει την τάση αυθόρμητης αύξησης της εντροπίας ενός συστήματος. Επειδή οι καταστάσεις με μικρότερη εντροπία είναι λιγότερες αλλά όλες οι καταστάσεις έχουν ίσες πιθανότητες, μια τυχαία αλλαγή τείνει στατιστικά να φέρει το σύστημα σε μια κατάσταση αυξημένης εντροπίας. Αν π.χ. το σύστημα ήταν τα κομμάτια ενός παζλ, ένα τυχαίο ανακάτεμα πιθανότατα δεν θα τα έφερνε στη μοναδική κατάσταση της οργανωμένης εικόνας αλλά σε κάποια από τις πολλές καταστάσεις αταξίας. Συνεπώς, η εντροπία προσανατολίζει το θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου.  

Βέλος του χρόνου εμφανίζεται στην δραστηριότητα των ανθρώπων, αφού ξέρουν τί συνέβη χθες, όχι τί θα συμβεί αύριο και μπορούν να επηρεάσουν το αύριο, όχι το χθες. Το παρόν των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε ακαριαίο, π.χ. η παρακολούθηση της μουσικής υποχρεωτικά συνδυάζει ακούσματα λίγο πριν και λίγο μετά την παρούσα στιγμή. Η υποκειμενική μας αίσθηση παρέλευσης του χρόνου και οι  ιστορικές ή ψυχολογικές μεταβολές συνδέονται με το θερμοδυναμικό βέλος και ίσως οφείλονται στο ό,τι δεν περιγράφουμε τον κόσμο με ακρίβεια και επαρκείς μεταβλητές, όπως η Μηχανική, αλλά με τρόπο στατιστικό, όπως η Θερμοδυναμική.

Η μεταβολή του Σύμπαντος ορίζει το κοσμολογικό βέλος του χρόνου, αφού με αρχή το Big Bang, το Σύμπαν συνεχώς διαστέλλεται. Μετά από 10100 έτη, ακόμα και οι μαύρες τρύπες θα έχουν εξατμισθεί λόγω εκπομπής ακτινοβολίας, οπότε αναμένεται ένα τέλος του χρόνου, ο λεγόμενος θερμικός θάνατος, εκτός αν το Σύμπαν περάσει σε φάση συστολής, οπότε ο χρόνος δεν τελειώνει. Οι αρχικές συνθήκες του Σύμπαντος κάνουν το κοσμολογικό βέλος ομόρροπο του θερμοδυναμικού, το οποίο θεωρείται ότι δεν αλλάζει μέσα στις μαύρες τρύπες ή σε ενδεχόμενη συστολή. Πάντως, αφού οι  εξισώσεις της Μηχανικής που διέπουν την χρονική εξέλιξη του κόσμου είναι συμμετρικές ως προς την φορά του χρόνου, τα πράγματα θα μπορούσαν θεωρητικά να συμβούν και προς την αντίθετη χρονική κατεύθυνση.

Διαισθητικά, υιοθετούμε την λανθασμένη εικόνα του «απόλυτου χρόνου». Η αίσθηση ενός  χρόνου ίδιου για όλους ταιριάζει στην καθημερινή ζωή, δεδομένου ότι γύρω μας βλέπουμε ταχύτητες πολύ μικρότερες από την ταχύτητα του φωτός, δημιουργεί όμως την αυταπάτη ότι υπάρχει ένα παρόν σε όλο το Σύμπαν. Με τον απόλυτο χρόνο του Νεύτωνα, σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί μονοσήμαντα μια χρονολογία και σε κάθε δύο γεγονότα μια χρονική διαφορά ανεξάρτητη από τόπο ή χρόνο και μηδενική αν τα γεγονότα είναι ταυτόχρονα. Όμως, σύμφωνα με την σημερινή γνώση, ο κόσμος διέπεται από την Σχετικότητα του Αϊνστάϊν και ο χρόνος δεν είναι εξωτερικό στοιχείο αλλά συνδέεται αξεχώριστα με τον χώρο. Κάθε παρατηρητής έχει τον δικό του χρόνο και ο ιδιαίτερος χρόνος κάθε αντικειμένου καθορίζεται από την γεωμετρία του χωροχρόνου, ήτοι το πεδίο βαρύτητας όπου το αντικείμενο πραγματοποιεί μια χωροχρονική τροχιά. Δεν υπάρχει, μέσα στο Σύμπαν ή έξω, κάποιο ρολόϊ που οι δείκτες του δείχνουν τον παγκόσμιο χρόνο.

Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας περιγράφει επιτυχώς το Σύμπαν, εκτός από ειδικά σημεία, όπως η κατάσταση προ του Big Bang. Δεν έχει διαψευσθεί ποτέ, ερμηνεύει τα δυαδικά πάλσαρ ή τα προσφάτως παρατηρηθέντα βαρυτικά κύματα και επιβεβαιώνεται από ακριβέστατα ατομικά ρολόγια. Προτείνει ένα τετραδιάστατο Σύμπαν, όπου περικλείονται παρελθόν, παρόν και μέλλον, ενώ η έννοια του ταυτόχρονου είναι σχετική. Γνωστό φανταστικό παράδειγμα οι δίδυμοι: αν ο ένας παρέμενε στη Γη και ο άλλος ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα στο Διάστημα, θα εμφάνιζαν διαφορά ηλικίας στην επόμενη συνάντησή τους. Παρόμοιο αποτέλεσμα έχει οποιαδήποτε σχετική κίνηση δύο πραγμάτων, μόνο που η διαφορική γήρανσή τους είναι αμελητέα στις μικρές ταχύτητες. Το 1971 τοποθετήθηκαν συγχρονισμένα ατομικά ρολόγια σε δύο αεροπλάνα που έκαναν τον γύρο της Γης προς αντίθετες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα τα ρολόγια να δείξουν χρονική διαφορά, σε απόλυτη συμφωνία με την θεωρία. Παρόμοια φαινόμενα συμβαίνουν συνεχώς σε επιταχυντές σωματιδίων: ο χρόνος ζωής ενός ταχέως κινούμενου ασταθούς σωματιδίου φαίνεται διαφορετικός στον ακίνητο παρατηρητή. Τα συστήματα πλοήγησης τύπου GPS θα έκαναν σημαντικά λάθη, αν δεν λάμβαναν υπ’όψη τέτοιες χρονικές διαφορές.

Οι επιστήμονες αναζητούν μια ενιαία θεωρία, όπου θα συνεργάζονται η Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική, δηλαδή η μακροσκοπική με τη μικροσκοπική προσέγγιση. Μια απάντηση είναι η θεωρία των χορδών, που προϋποθέτει 4 διαστάσεις του χωροχρόνου και ακόμα 6 διαστάσεις κρυμμένες, εκ των οποίων δύο ή περισσότερες χρονικές! Μια άλλη υπόθεση δέχεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν μεγάλη ποσότητα αντιϋλης, ικανή να εξηγήσει γιατί η χρονική συμμετρία παραβιάζεται στο μικροσκοπικό επίπεδο και ταυτόχρονα τί είναι η «σκοτεινή ενέργεια» που, ενεργώντας ως δύναμη αντιβαρύτητας, προκαλεί την παρατηρηθείσα επιτάχυνση της διαστολής του Σύμπαντος.

Αν φαντασθούμε τον χρόνο όχι συνεχή αλλά κβαντισμένο όπως η ύλη και η ενέργεια, ο υποτιθέμενος κόκκος χρόνου, το χρονόνιο, θα ήταν η διάρκεια διαδρομής του φωτός κατά μήκος π.χ. ενός ηλεκτρονίου, διορθωμένη βάσει της σχετικής ταχύτητας του παρατηρητή. Κενά χρόνου δεν θα υπήρχαν αν τα χρονόνια «άγγιζαν» το ένα το άλλο, ενώ κάποιος «δαίμονας του Maxwell» θα μπορούσε, διευθετώντας τα, να αλλάζει τον χρόνο!

Ταξίδια στον χρόνο
Ο επιστημονικός προβληματισμός για το ενδεχόμενο ταξιδιών στον χρόνο διέπεται από λογική συνεκτικότητα, έστω και αν ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις. Η υπόθεση της σωληνοειδούς διαμόρφωσης (κοσμική σήραγγα ή σκουληκότρυπα) αφήνει θεωρητική δυνατότητα για μακρυνά ταξίδια στον χωροχρόνο. Είναι αναμενόμενο οι άνθρωποι, συνηθισμένοι σε καταστάσεις που εκτυλίσσονται σε χρόνο ίδιο για όλους, να θεωρούν αδιανόητο ένα ταξίδι στο μέλλον, που είναι όμως θεωρητικά πραγματοποιήσιμο. Αν  φύγει κάποιος από την Γη π.χ. το 2100 και ταξιδέψει επί μερικούς μήνες με ταχύτητες κοντά στην ταχύτητα του φωτός, κατά την επιστροφή του το ημερολόγιο θα δείχνει 3100. Οι πραγματικές δυσκολίες είναι μόνο τεχνικής φύσεως, όπως η απαιτούμενη κολοσσιαία επιτάχυνση κ.λπ. Το ταξίδι ενός ανθρώπου στο μέλλον δεν θα άλλαζε την ανέλιξη της πραγματικότητας, υπό τον όρο να μην επιστρέψει ο ταξιδιώτης στο παρόν. Αντίθετα, ένα ταξίδι ανθρώπου στο παρελθόν, ακόμα και χωρίς επιστροφή, φαίνεται ανεπίτρεπτο, αφού θα επηρέαζε την ανέλιξη των σημερινών πραγμάτων, υπονομεύοντας την αρχή της αιτιότητας. Πάντως, η παραδοχή ότι το ένα είναι θεωρητικά εφικτό και το άλλο ανέφικτο εναρμονίζεται μεν με το βέλος του χρόνου αλλά αντιβαίνει στην λογική της συμμετρίας, που έχει αποδειχθεί τόσο γόνιμη στην επιστημονική κατανόηση του κόσμου.

Αυταπάτη;
Φιλόσοφοι και φυσικοί θεωρούν τον χρόνο ως μη ικανοποιητική έννοια. Για ορισμένους σοφούς ο χρόνος δεν υπάρχει, εν τούτοις με τον χρόνο κρίνεται η αξία των σοφών. Στο μέλλον, πιθανώς η επιστήμη να δώσει για την φύση του χρόνου διαφορετική απάντηση, μάλλον ευνόητη και απλή, σύμφωνα και με το “ξυράφι του Occam”. Ας αναλογισθούμε το ηλιοκεντρικό μοντέλο σε σχέση με το γεωκεντρικό του Πτολεμαίου.

Είναι λοιπόν ο χρόνος μια αυτόνομη φυσική οντότητα ή αναδύεται από τις σχέσεις μεταξύ αντικειμένων; Μια θεμελιώδης θεωρία για την φύση δεν χρειάζεται απαραιτήτως να τον περιέχει ως μεταβλητή, η εξέλιξη ή οι αλλαγές μπορούν να περιγράφονται από το πώς τα πράγματα μεταβάλλονται, τα μεν ως προς τα δε. Π.χ. η κατάσταση ενός δυναμικού συστήματος μπορεί μαθηματικά να ορισθεί από τις ν μεταβλητές που αρκούν για την πλήρη περιγραφή του. Η χρονική μεταβολή του συστήματος απεικονίζεται με ν τροχιές σε ισάριθμες διδιάστατες γραφικές παραστάσεις, όπου ο κατακόρυφος άξονας αντιστοιχεί σε μια μεταβλητή και ο οριζόντιος άξονας στον χρόνο. Στον χώρο των φάσεων, η απεικόνιση μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια μοναδική τροχιά, με γραφική παράσταση ν διαστάσεων, όπου ο καθένας από τους ν άξονες θα αντιστοιχεί σε μια από τις μεταβλητές του συστήματος και ο χρόνος θα έχει αφαιρεθεί από την εικόνα. Η αλλαγή κάθε μεταβλητής δεν θα εξετάζεται πλέον ως προς τον χρόνο αλλά ως προς τις υπόλοιπες μεταβλητές, δηλαδή η χρονική εξέλιξη θα προσεγγίζεται ως τροποποίηση της σχέσης μεταξύ των πραγμάτων.

Ο απόλυτος χρόνος δεν υπάρχει, συνεπώς δεν είναι το περιέχον του γίγνεσθαι. Μήπως όμως και η αντίληψη της ροής του χρόνου αποτελεί απλώς ανθρώπινη κατασκευή, μια αυταπάτη οφειλόμενη σε ανικανότητα αναπαράστασης του χωροχρόνου; Εξ άλλου, στην πράξη, δεν μετράμε τον ίδιο τον χρόνο, απλώς συγκρίνουμε διάρκειες, π.χ. ο Γαλιλαίος μετρούσε τον σφυγμό του σε σχέση με την διάρκεια ταλάντωσης ενός εκκρεμούς.

Η παρατηρούμενη μη αναστρεψιμότητα του χρόνου θεωρείται παραφωνία στη μαθηματική προσέγγιση του κόσμου. Η εντύπωση χρονικής ροής, άρα η διάκριση παρελθόντος και μέλλοντος, πιθανώς οφείλεται σε άγνοια της λεπτομέρειας, που οδηγεί σε στατιστική περιγραφή της πραγματικότητας.

Η αίσθηση του χρόνου παρουσιάζει ομοιότητες με την αίσθηση των κατευθύνσεων προς τα πάνω ή προς τα κάτω στην επιφάνεια της Γης, οι οποίες χάνονται αν κοιτάξουμε το Σύμπαν. Αλλάζοντας λοιπόν οπτική, ίσως ερμηνεύσουμε το περίεργο πράγμα που ονομάζουμε χρόνο.

Για να μάθετε περισσότερα

Τεύχος με 14 άρθρα (2016). Le temps, La Recherche Hors-Série, 20, pp 4-98.

Αφιέρωμα με 4 άρθρα (2010). Le temps n’existe pas, La Recherche, 442, pp 38-49.

Τεύχος με 22 άρθρα (2001). Le temps, La Recherche Hors-Série, 5, pp 8-110.

Stephen Hawking (1988). Το χρονικό του χρόνου, Κάτοπτρο, 266 σελ.


Gerald James Whitrow (1975). The nature of time, Pelican Books, 146 p.

Αλέξης Ηρακλείδης: Κραν Μοντανά: Το Κυπριακό αδιέξοδοΚραν Μοντανά: Το Κυπριακό αδιέξοδο

Από το chronos
Με τη διάσκεψη του Κραν Μοντανά στην Ελβετία, την αποτυχημένη ύστατη προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, ανοίγει πλέον για τα καλά η αυλαία για το Plan B, το «βελούδινο διαζύγιο», αλλά έρχεται στο προσκήνιο, όσο ποτέ άλλοτε, και το χειρότερο δυνατό σενάριο για τη Λευκωσία και την Αθήνα, το ανταγωνιστικό διαζύγιο, δηλαδή η οριστική διχοτόμηση, χωρίς καν επιστροφή εδαφών, με τη «Βόρεια Κύπρο» στην ουσία ή στην πράξη τουρκική επαρχία και τα τουρκικά στρατεύματα εσαεί στην άτυχη μεγαλόνησο. 
Η ευθύνη για την αποτυχία στο Κραν Μοντανά βαραίνει τις τρεις από τις τέσσερις πλευρές: την Άγκυρα, την Αθήνα και την ελληνοκυπριακή ηγεσία υπό τον Νίκο Αναστασιάδη. Και οι τρεις επέδειξαν αδιάλλακτη στάση και καμία διάθεση για αμοιβαίους συμβιβασμούς. Η ειρωνεία είναι ότι και οι τρεις φαίνονται ικανοποιημένοι (και δικαιωμένοι) από τη στάση τους στο Κραν Μοντανά: η μεν Αθήνα και η Λευκωσία γιατί διατύπωσαν «παλικαρίσια» το πλέον επιθυμητό γι’ αυτούς («το ευκταίον» και ας γνώριζαν ότι ήταν παντελώς ανέφικτο) και με το να θεωρούν ότι κατάφεραν να επιρρίψουν το βάρος της μη υπέρβασης του αδιεξόδου στην τουρκική πλευρά (κάτι πολύ χρήσιμο και για εσωτερική κατανάλωση), η δε Άγκυρα με το να αναδείξει ότι η μαξιμαλιστική στάση Αθήνας - Λευκωσίας δεν ανταποκρίνεται στη λογική της ειρηνικής επίλυσης, η οποία προϋποθέτει διάθεση για αμοιβαίους συμβιβασμούς, και επιπλέον στόχευε στο να κόψει τον ομφάλιο λώρο Τουρκοκυπρίων - Τουρκίας, θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον των Τουρκοκυπρίων. 
Ωστόσο καμιά από τις υπάρχουσες εκκρεμότητες δεν ήταν αγεφύρωτη και κανένα από τα εμπόδια δεν αποτελούσε λόγο για να θυσιαστεί η επίλυση όπως συνέβη. Επίσης, το βέβαιο είναι ότι οι ζημιωμένοι από το Κραν Μοντανά είναι οι Ελληνοκύπριοι (διχοτόμηση πλέον με βεβαιότητα, τουρκικά στρατεύματα στην Κύπρο χωρίς ελπίδα αποχώρησης) και οι Τουρκοκύπριοι (η πατρίδα τους τουρκική επαρχία στην ουσία ή και στην πράξη). Η δε Αθήνα, εγκλωβισμένη σε έναν αναχρονιστικό εθνοκεντρισμό, αδυνατεί για μία ακόμη φορά να χαράξει μια νηφάλια εξωτερική πολιτική που θα την εδραίωνε ως παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή (σε λίγο φοβάμαι ότι θα έχουμε και νέο ατόπημά της, με το Μακεδονικό, αν επιλέξει το βέτο στην είσοδο της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ). Τελικά κερδισμένη από το Κραν Μοντανά ήταν μόνο η Τουρκία –ή, για την ακρίβεια, η σχολή των απορριπτικών στην Τουρκία– που είχε τη μεγάλη ικανοποίηση να δει τη Λευκωσία και την Αθήνα να της προσφέρουν τη «Βόρεια Κύπρο» σε ασημένιο δίσκο.
Το προφανές ερώτημα είναι γιατί έλαβε χώρα η στροφή 180 μοιρών τους τελευταίους μήνες από πλευράς ελληνοκυπριακής ηγεσίας, ενώ πριν ο Αναστασιάδης και οι συνεργάτες του ήταν έξαλλοι με τις απανωτές «τρικλοποδιές» του απορριπτικού Νίκου Κοτζιά (γνωστό θιασώτη του εθνικιστή Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος επιδίωκε, εξωπραγματικά και άδικα, ελληνοκρατούμενη Κύπρο με τους Τουρκοκύπριους στο περιθώριο); Υπάρχουν εδώ δύο απαντήσεις. Η πρώτη, που είναι μικρής εμβέλειας, είναι ότι η απρόσμενη στροφή Αναστασιάδη οφείλεται 1) σε μικροπολιτικό ελιγμό ενόψει των προεδρικών εκλογών του Φεβρουαρίου του 2018 (αυτόν τον κίνδυνο τον είχε επισημάνει ο Ακιντζί στα τέλη του 2016, αλλά ο Αναστασιάδης δεν τον είχε αποδεχθεί) και 2) στον παράγοντα Ερντογάν, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε και αν συμφωνήσουν οι δύο ηγέτες μπορεί, αν θέλει, να το τορπιλίσει, οπότε προς τι οι συνομιλίες, αν στο τέλος είναι καταδικασμένες να αποτύχουν λόγω Τουρκίας. 
Νομίζω όμως ότι ήρθε η στιγμή να βάλουμε το νυστέρι λίγο βαθύτερα, στη στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς. Συγκεκριμένα ότι η στροφή Αναστασιάδη, που έφτασε στο σημείο να ταυτιστεί με την απορριπτική γραμμή της Αθήνας, οφείλεται στο φόβο του πολιτικού κόστους γιατί, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα η λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας δεν είναι αρεστή στους μισούς περίπου Ελληνοκυπρίους και από αρκετούς άλλους γίνεται αποδεκτή με δυσκολία ως ύστατη λύση ανάγκης. 
Εδώ βρισκόμαστε στην κορυφή του παγόβουνου, στο ότι εντέλει «η μη λύση είναι λύση» για τους Ελληνοκύπριους, δηλαδή ότι προτιμητέα είναι η διχοτόμηση αλλά δεν έχουν την ειλικρίνεια να το πούνε ευθαρσώς. Ας δούμε γιατί κατά βάθος προτιμούν τη διχοτόμηση.
1. Πέρα από τη στάση των απορριπτικών εθνικιστών Ελληνοκυπρίων (τους οποίους τους υπολογίζω στο 45-50%) υπάρχει και το εξής βασικό πρόβλημα: μετά από μισό αιώνα και πλέον (από τις αρχές του 1964) μονοπώλησης του κυπριακού κράτους («σφετερισμού» κατά τους Τουρκοκύπριους) από τους Ελληνοκύπριους, δεν φαίνεται να υπάρχει μεγάλη διάθεση από την πλευρά της πλειονότητας των Ελληνοκυπρίων για «μοίρασμα της εξουσίας» (power-sharing) με τους Τουρκοκύπριους. Ειδικά το πληθυσμιακό ποσοστό του 80-20% δεν συμβάλλει στην κατανόηση του πόσο εκ των ων ουκ άνευ είναι η αποδοχή της πολιτικής και νομικής ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε μία επανενωμένη Κύπρο (το εύλογο ελληνοκυπριακό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί να είναι ίσα τα τέσσερα πέμπτα του πληθυσμού με το ένα πέμπτο)(1). Οι νεότερες γενιές των Ελληνοκυπρίων είναι αδιάφορες για την επανένωση, μια και δεν έχουν καν την εμπειρία της ένωσης και της από κοινού συμβίωσης, έχει δε παρατηρηθεί ότι δεν σπεύδουν να επισκεφτούν το βορρά. Επίσης υπάρχει και ένα άλλο συναφές ζήτημα που αποτελεί τεράστιο αγκάθι στην επανένωση: η υποτίμηση των Τουρκοκυπρίων από τους περισσότερους Ελληνοκύπριους. Η «ισότητα εκτίμησης» (parity of esteem) μεταξύ των δύο κοινοτήτων, όπως αναγράφεται εύστοχα στο κείμενο της επίλυσης του Βορειοϊρλανδικού, ισχύει μόνο για μία μερίδα των Ελληνοκυπρίων (τους υπολογίζω, στην καλύτερη περίπτωση, στο 30-40%). Από την άλλη οι Τουρκοκύπριοι, που ούτε κουφοί είναι, ούτε τυφλοί, εισπράττουν αυτή τη στάση περιφρόνησης των Ελληνοκυπρίων, με αποτέλεσμα να μουδιάζουν στην ιδέα της ένωσης (γιατί να δεχθούν μια λύση που γι’ αυτούς μπορεί να αποβεί χειρότερη από την παρούσα κατάσταση). 
2. Οι δύο πλευρές, στην πλειονότητα τους, και ειδικότερα οι Ελληνοκύπριοι, ταυτίζονται με την ελληνικότητα και την Ορθοδοξία και την τουρκικότητα και το Ισλάμ αντιστοίχως, και λιγότερο με την κυπριακή τους ταυτότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι δημοφιλέστερη είναι η ελληνική και η τουρκική σημαία, όχι η κυπριακή, η οποία, όπως εύστοχα έχει λεχθεί, είναι η μόνη σημαία στον κόσμο για την οποία κανένας πολίτης της δεν θα θυσιαζόταν. 
3. Ο φόβος του αγνώστου με την επανένωση (όπως και πριν, κατά την εποχή του Σχεδίου Ανάν) ενώ η σημερινή κατάσταση, παρά τα μειονεκτήματά της, δεν είναι δυσβάστακτη. Είναι σχετικά «βολική» και για τις δύο πλευρές (ή, για την ακρίβεια, για τους περισσότερους). Επίσης, υπάρχει και ο φόβος δυσκολίας στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων ή ακόμη και πισωγυρίσματος από τη μία ή την άλλη πλευρά, ειδικά αν το δημοψήφισμα με «Ναι» θα ήταν οριακό, που είναι και το πιο πιθανό αν δεν επικρατήσει το «Όχι». 
Υπάρχει και το γνωστό ζήτημα των υδρογονανθράκων, που και αυτό βρίσκεται σήμερα στην επικαιρότητα. Κανονικά το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για επανένωση (και όχι για διχασμό του νησιού), και αυτό για τρεις λόγους: 1) χωρίς την επανένωση οι διεθνείς εταιρείες είναι αμφίβολο αν θα διακινδυνεύσουν την εξόρυξη φυσικού αερίου, γιατί γενικά αποφεύγουν να εμπλέκονται σε περιπτώσεις αμφισβητούμενες ή σε περιοχές που υφίστανται διενέξεις, 2) χωρίς την επανένωση που θα οδηγούσε στην πιο οικονομική λύση σε σχέση με τη μεταφορά (μέσω Τουρκίας, τη σαφώς φθηνότερη οδό) το κόστος μεταφοράς του φυσικού αερίου είναι απαγορευτικό (είτε με την κατασκευή σταθμού υγροποίησης του φυσικού αερίου στη Δημοκρατία της Κύπρου, που υγροποιημένο μετά θα μεταφερθεί με ειδικά κατασκευασμένα πλοία, είτε με την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού από την Κύπρο στην Κρήτη και από εκεί η μεταφορά με πλοία στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη) και 3) χωρίς την επανένωση παραμένει η τουρκική απειλή, που ναι μεν είναι υπερβολική και απαράδεκτη, πλην όμως η Άγκυρα έχει ένα ατού – ότι η Λευκωσία, εγωιστικά, επιζητεί να στερήσει από τους Τουρκοκύπριους κάτι που είναι και δικό τους και όχι αποκλειστικά ελληνοκυπριακό.
Ωστόσο, το φυσικό αέριο αντί για κίνητρο επίλυσης ήρθε να προστεθεί ως ένα ακόμη εμπόδιο στη λύση, καταρχήν γιατί η μεν Δημοκρατία της Κύπρου δεν δείχνει καμία διάθεση γενναιοδωρίας, ειδικά όσο βρίσκεται ακόμη σε δεινή οικονομική κατάσταση, λόγω των μέτρων της Ε.Ε. Επίσης, για τους Ελληνοκύπριους θα ήταν τελείως ανήκουστο να εξαρτώνται από την Τουρκία, κάτι που θα συνέβαινε σε περίπτωση μεταφοράς των υδρογονανθράκων μέσω αυτής. Και αν στο θέμα της έλλειψης γενναιοδωρίας μπορεί κανείς να μεμφθεί την ηγεσία της Δημοκρατίας της Κύπρου, στο θέμα της εξάρτησης κραδαίνει ένα πολύ πειστικό επιχείρημα: με δεδομένη τη σημερινή χείριστη κατάσταση στην Τουρκία υπό τον Ερντογάν, που δεν σέβεται καν στοιχειωδώς τους δημοκρατικούς και κοσμικούς (secular) Τούρκους πολίτες, τους Κούρδους Τούρκους πολίτες, τους Αλαουίτες ή τις μειονότητες, θα σεβαστεί άραγε τις ανάγκες των Κυπρίων; 

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Επιστολή δεσμεύσεων Τσίπρα προς ΔΝΤ


Από την Καθημερινή
Πλαφόν στον αριθμό των συμβασιούχων που θα προσληφθούν το 2017 και το 2018 δεσμεύεται να θέσει η κυβέρνηση με την επιστολή που έστειλε προς το ΔΝΤ, ζητώντας τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.
Η επιστολή (letter of intent) που υπογράφουν ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Οικονομικών και ο διοικητής της ΤτΕ, συνοδεύεται από μια λίστα 21 δεσμεύσεων (διαρθρωτικά ορόσημα) τα οποία πρέπει να υλοποιηθούν έως τον Ιούνιο του 2018. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται και η θεσμοθέτηση αυξημένης απαρτίας (50%) στις συνελεύσεις των εργαζομένων προκειμένου να αποφασίσουν απεργιακές κινητοποιήσεις.
Αναλυτικά, με την επιστολή στην οποία είχε πρόσβαση η «Κ», η κυβέρνηση δεσμεύεται μεταξύ άλλων για τα εξής:
1. Να υιοθετήσει νομοθεσία, έως τον Σεπτέμβριο, με την οποία θα τίθεται ανώτατο όριο στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου για το 2017 και το 2018 και θα διασφαλίζεται πως όποιες συμβάσεις μετατραπούν από ορισμένου σε αορίστου χρόνου με δικαστικές αποφάσεις δεν θα επηρεάζουν τους στόχους του μεσοπρόθεσμου προγράμματος 2018-2021.
2. Να ολοκληρώσει τον επανυπολογισμό των συντάξεων (Δεκέμβριος 2017).
3. Να διορίσει ανεξάρτητους ελεγκτές για την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα (Σεπτέμβριος 2017).
4. Να εξισώσει τις αντικειμενικές με τις εμπορικές αξίες των ακινήτων (Δεκέμβριος 2017).
5. Εως τον Σεπτέμβριο να υιοθετηθούν αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο, που θα προβλέπουν ότι προκειμένου να υπάρχει απαρτία για να αποφασιστεί απεργία θα πρέπει να συμμετέχει το 50% των εργαζομένων που εκπροσωπούνται στα σωματεία.
6. Να ολοκληρώσει την εφαρμογή των συστάσεων του ΟΟΣΑ για την απελευθέρωση των αγορών (toolkit III).
7. Nα υιοθετήσει οριζόντια μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί η αδειοδότηση επενδύσεων.
8. Να νομοθετήσει την άρση των περιορισμών (γεωγραφικών, τιμολόγησης, εγκατάστασης κ.λπ.) σε σημαντικά επαγγέλματα, όπως παροχής υγείας, νομικών υπηρεσιών κ.ά.
9. Να εφαρμόσει πλήρως το πλαίσιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού.
10. Να θέσει σε πλήρη εφαρμογή το σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών για δανειολήπτες που δεν εξυπηρετούν τα δάνειά τους.
Στην επιστολή, που απευθύνεται στην κ. Λαγκάρντ, αναφέρεται πως το πρόγραμμα που αιτούνται η ελληνική κυβέρνηση και η ΤτΕ θα έχει διάρκεια 13 μηνών και 12 ημερών και θα περιλαμβάνει χρηματοδότηση 1,6 δισ. ευρώ. «Η διευκόλυνση θα λήξει στις 31 Αυγούστου 2018, λίγο μετά τη λήξη του προγράμματος του ESM», αναφέρεται.
Η ελληνική πλευρά δεσμεύεται ότι θα εφαρμόσει πλήρως τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ψηφιστεί ώστε να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του μνημονίου. Σε περίπτωση που υπάρχει απόκλιση από τους στόχους, θα ληφθούν διορθωτικά μέτρα. Στη συνέχεια, αναφέρονται τα μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί για τη διετία 2019-2020, δηλαδή η περικοπή της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου ορίου. Επίσης, προκειμένου να διασκεδαστούν οι ανησυχίες του Ταμείου, σημειώνεται πως το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το υπουργείο Δικαιοσύνης και ανεξάρτητοι νομικοί έχουν γνωμοδοτήσει πως οι περικοπές στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου είναι συνταγματικές.
Σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους, αναφέρεται ότι δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί, παρά την εφαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων, τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση από τους επίσημους πιστωτές και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης που αποφάσισε το Eurogroup. Ετσι, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση, η οποία θα δοθεί υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθεί το πρόγραμμα.
Τέλος, αναφέρεται ότι η υλοποίηση του προγράμματος θα αξιολογείται από το ΔΝΤ ανά 6μηνο και προτείνεται η πρώτη αξιολόγηση να γίνει στις 15 Φεβρουαρίου του 2018 και η δεύτερη στις 15 Αυγούστου του ίδιου χρόνου.

Τέλης Σαμαντάς: Αποχαιρετώντας τη DOCUMENTA 14



Από τη σελίδα του στο facebook



Τελευταία ημέρα σήμερα για τη DOCUMENTA 14. Μια έκθεση που μας έδωσε (ή, για να είμαστε ακριβέστεροι και ακριβοδίκαιοι: που μου έδωσε, προσωπικά) την αφορμή για ποικίλες σκέψεις και προβληματισμούς όσον αφορά ορισμένες σύγχρονες τάσεις της Τέχνης: για τη διεύρυνση των ορίων της∙ για την τάση υπέρβασης των κλασικών εννοιών του «ωραίου» ή της «συγκίνησης»∙ για τη συνάντηση της με την αντίστοιχη διεύρυνση των επιστημών του ανθρώπου και ειδικά της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας∙ για τη (γόνιμη σε ορισμένες περιπτώσεις) διαπλοκή της με ακτιβιστικές πρακτικές∙ για την τάση της αναβάθμισης του «χειροτεχνήματος» σε «καλλιτέχνημα»∙ για την αγωνία πολλών καλλιτεχνών να υπερκεράσουν τα όρια, που η συγκεκριμένη τέχνη τους επιβάλλει, με το να επεκταθούν και σε πεδία άλλων τεχνών (όπως πχ, μουσικά έργα που δημιουργούσαν «ηχοτοπία», διευρύνοντας, πάει να πει, τη χρονική τους υπόσταση στο χώρο, ή εικαστικά που διείσδυαν στο μουσικό χρόνο)∙ για την ανάδειξη έργων τέχνης από καλλιτέχνες υποδεέστερων, καλλιτεχνικά, για τη δυτική αντίληψη χωρών –και μερικές άλλες, που δεν είναι του παρόντος. 


Συμπυκνώνοντας, σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στο καίριο ερώτημα: «Τι αποκαλούμε και αποδεχόμαστε στην εποχή μας ως έργο τέχνης; Και τι Τέχνη, γενικότερα;». Φυσικά το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: «Ολα τα έργα της DOCUMENTA 14 είναι καλά ή ωραία;» Ασφαλώς και όχι. Κι αυτό πέρα από την προσπάθεια (πραγματική ή τεχνητή) υπέρβασης αυτών των εννοιών. Αν όμως θέλαμε να σύρουμε μια διαχωριστική γραμμή, το πιθανότερο θα ήταν να τη χαράζαμε ανάμεσα στα έργα εκείνα που περιορίζονταν σε κάποιο μονοδιάστατο –πολιτικό, ή άμεσα ακτιβιστικό, συνήθως- μήνυμα και σε εκείνα που σε προσκαλούσαν σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, εμπλουτίζοντας με δευτερογενή και τριτογενή νοήματα την αρχική, πρώτη θέαση. Ωστόσο, συχνότατα, ακόμη και σε αυτά τα έργα –της δεύτερης κατηγορίας- ήταν αναγκαία η παρουσία κάποιου «ξεναγού»: η διαμεσολάβηση, δηλαδή, μεταξύ του έργου και του θεατή κάποιου που θα σου προσέφερε τη γνώση των συνθηκών παραγωγής του έργου, της έμπνευσης και της στόχευσης του, της προσωπικότητας και της ζωής του καλλιτέχνη, της ένταξης του έργου μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικο-καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. 


Και τότε και μόνο τότε, σε πολλές περιπτώσεις, θα έκανε την εμφάνιση της η αναγκαία για την απόλαυση του έργου συγκινησιακή φόρτιση. Πράγμα που σημαίνει πως η έννοια της «αδιαμεσολάβητης» τέχνης –ιδεολογική σημαία και πολιτική κάλυψη πολλών σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων- απλώς δεν είναι παρά ένα σκέτο, κενό νοήματος, σύνθημα. Όπως όμως σκέτα συνθήματα και μάλιστα ιδιαίτερα παρωχημένα είναι οι «ενστάσεις» περί «αποκιοκρατικής» ιδεολογίας της έκθεσης ή περί «μεταμοντερνικού χυλού» -ένθεν κακείθεν προερχόμενες. Η, επί το λαϊκότερον: «καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς» ή «φύκια για μεταξωτές κορδέλλες». «Συνθήματα», που μάλλον είναι δηλωτικά μιας εντόπιας καθήλωσης στο εσωστρεφές και το ήδη «γνωστό και ασφαλές» κοινότοπο, σε αντίθεση με το εξωστρεφές και το καινοτόμο –πράγμα που, έστω και στοιχειωδώς, έστω και ως προβληματισμό μας προσέφερε η DOCUMENTA 14. 
Και για τελειώνουμε με μια απολύτως προσωπική πινελιά, «ελαφρότερη»: ο Γιώργος Σαμαντάς (αριστερά) και ο Τέλης Σαμαντάς (δεξιά, για να μη μπερδευόμαστε) σε ρόλο κάτι ανάμεσα σε «τεχνοφύλακες» ή «Blues Brothers» -εισβολείς- perfomers –κατά μία έννοια της ίδιας της DOCUMENTA- μπροστά στις τελετουργικές μάσκες του Beau Dick από τη φυλή των Kwakwaka’wakw του Καναδά. (Για δοκιμάστε να το πείτε τρείς φορές σωστά, όπως το έκανε ο Γιώργος, κατά την ξενάγηση μας ως μέλος του «χορού» - «εξειδικευμένος ξεναγός», πάει να πει- και τα ξαναλέμε). Όπως τα ξαναλέμε και για όλα τα προηγούμενα. (Προσέχοντας πάντα ν' ακούμε τι λέμε -όπως υπονοεί και η μάσκα του Beau Dick).

Κώστας Σοφούλης: Νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ: Προς τι το μίσος και ο σπαραγμός;



Από το  e-kyklos

Κατατέθηκε το Νομοσχέδιο για την αντιμεταρρύθμιση των ΑΕΙ και φυσικό είναι να ξεκινήσει η κριτική που άλλωστε είχε ξεκινήσει ήδη από την περίοδο της κοντοπόδαρης «διαβούλευσης». Όσοι έχουν πρακτική αντίληψη της πανεπιστημιακής καθημερινότητας παρουσιάζουν ήδη σε διάφορα fora τα σχόλιά τους στο περιεχόμενο και τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου. Όμως, ό νέος νόμος θα αφορά ένα πεδίο για το οποίο τεκμαίρεται ζωηρό ενδιαφέρον της κοινωνίας και όφειλε τουλάχιστο να περιλαμβάνεται στην καθημερινή ατζέντα του υπεύθυνου πολίτη. Ή μάλλον ακριβέστερα, ο πολύς κόσμος ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για ορισμένα πιασάρικα στοιχεία της νομοθεσίας και όχι για τον πυρήνα της ζημιάς που κάνει στο βαθύτερο κοινό συμφέρον.

Γιατί, αυτός ο κόσμος είναι πρακτικά αδύνατο να εστιάσει το ενδιαφέρον του στις βαθύτερες λεπτομέρειες των ρυθμίσεων που επιχειρεί ο νέος νόμος. Φυσικό είναι να αναζητά μια αναδιαμόρφωση της εικόνας σύμφωνα με τις δικές του δυνατότητες εστίασης και κατανόησης. Οι λεπτομερείς προβλέψεις του νόμου αποτελούν εκφράσεις μιας εσωτερικής γλώσσας που κατανοούν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά κυρίως οι ακαδημαϊκοί, για τους οποίους τα ζητήματα αυτά αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Σε ένα διάλογο με αυτή την γλώσσα θα ήταν ματαιοπονία να περιμένουμε ότι μπορεί να συμμετάσχει ο μέσος έστω και υπεύθυνος πολίτης. Χρειάζεται, προφανώς, μια ερμηνευτική διαμεσολάβηση από κάποιους που είναι μεν γνώστες του όλου πεδίου, αλλά έχουν και την διάθεση να επεξεργαστούν μια μακροσκοπική εικόνα εκφρασμένη σε γλώσσα του καθημερινού πολιτικού διαλόγου όπως τον κατανοούν οι ευφυείς, ας πούμε, συμπολίτες μας. Μια τέτοια μακροσκοπική κριτική εικόνα για την διευκόλυνση του μέσου πολίτη, θα επιχειρήσω στο σημείωμά μου αυτό.

Η ratio, η κεντρική στόχευση, του νόμου που προτείνεται ανάγεται σε σκοπιμότητες και ιστορίες που πηγαίνουν τριανταπέντε χρόνια πίσω στην πολιτική και ιδεολογική μας Ιστορία. Τότε που αναπτύχθηκε το «κίνημα των βοηθών και παρασκευαστών» κάτω από την λεοντή του εκδημοκρατισμού του ελληνικού πανεπιστημίου. Το πρόβλημα υπαρκτό τότε, αλλά η προβαλλόμενη λύση απατηλή και στρεβλή. Πράγματι, το σύστημα οργάνωσης και διοίκησης των τότε πανεπιστημίων μας, παρά την Χουμπολτιανή επίφαση των τυπικών δομών και διαδικασιών που ίσχυαν, ήταν στην πραγματικότητα δημιούργημα του ακροδεξιού αυταρχισμού που, για να μην πάμε πολύ μακρύτερα, είχε ενσωματωθεί στο πολιτικό μας σύστημα από την Μεταξική δικτατορία και δώθε. Ήταν ένα σύστημα όπου η ισχύς των καθηγητών που κατείχαν «έδρα» μετατράπηκε σε αυταρχισμό των τακτικών καθηγητών, και η εξάρτηση από το Κράτος μετέτρεψε το πανεπιστήμιο, από πεδίο ελευθερίας της έρευνας και διάδοσης της γνώσης, σε πιστό υπηρέτη τη λογικής των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, οριζοντίως εφαρμοζόμενης για φοιτητές και διδάσκοντες. Σε αυτή την κατάσταση βρήκε τα πανεπιστήμια μας η δικτατορία των συνταγματαρχών που, στην αυταρχική δομή, ήλθε να προσθέσει και τον θεσμό του Επιτρόπου στα Πανεπιστήμια για τον πλήρη πολιτικό και ιδεολογικό έλεγχό τους.
Από άποψη ανθρώπινου (ακαδημαϊκού) υλικού, η δικτατορία βρήκε τα πανεπιστήμια δομημένα σε δύο ιεραρχικά αυστηρά εξαρτώμενες ομάδες: Τους τακτικούς καθηγητές που διατηρούσαν πλήρη έλεγχο των ακαδημαϊκών λειτουργιών και την μάζα πάσης άλλης μορφής διδασκόντων που μαζί με τους γνωστούς βοηθούς και παρασκευαστές συνωθούνταν στα στενά πλαίσια μιας άτυπης και νεποτικής ιεραρχικής εξέλιξης επιδιώκοντας με οσφυοκαμπτικές τακτικές κάποια ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή καριέρα. Ανάμεσα στο σχετικά περιορισμένο πλήθος των μη- καθηγητών διδασκόντων (εντεταλμένοι υφηγητές κυρίως) υπήρχαν αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι που είχαν λάθρα εισχωρήσει στο σύστημα, βοηθούμενοι συνήθως από τους ελάχιστους τακτικούς καθηγητές που διατηρούσαν την ακαδημαϊκή ακεραιότητά τους μέσα στον ζόφο της ημιφασιστικής πλειονότητας των εδρών. Αυτοί οι επίλεκτοι εκπρόσωποι της «αδικημένης ακαδημαϊκής ελίτ» αποτέλεσαν το άλλοθι μιας πολυπληθέστερης και άσχετης με το ήθος τους ομάδας που αργότερα θα διεκδικούσε ελευθερία από την καταπίεση της έδρας και «δικαιοσύνη», όπως θα δούμε. Χωρίς να το θέλουν, έγιναν σημαία στα χέρια τρίτων για τον εκχυδαϊσμό του αιτήματος για ένα δημοκρατικό πανεπιστήμιο.
Η άλλη ομάδα των καταπιεσμένων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας ήταν οι ποικιλώνυμοι «βοηθοί», και «παρασκευαστές» για τις έδρες που από τη φύση τους δικαιολογούσαν την λειτουργία εργαστηρίων. Επρόκειτο για άτομα που ελέω υποστήριξης κάποιου καθηγητή, είχαν διοριστεί σε θέσεις βοηθητικές της διδασκαλίας και της εργαστηριακής δραστηριότητας που ανέπτυσσαν οι καθηγητές των εδρών, δηλαδή οι τακτικοί καθηγητές. Επρόκειτο για άτομα που χρωστούσαν τα θέση τους αποκλειστικά στην εύνοια κάποιου καθηγητή και είχαν εισέλθει στην υποτυπώδη ακαδημαϊκή ιεραρχία κυριολεκτικά από το παράθυρο, δηλαδή χωρίς καμία τυπική αδιάβλητη και διαφανή διαδικασία. Η εικόνα που έχουμε για την ομάδα αυτή της ακαδημαϊκής κοινότητας ήταν η εικόνα δουλικά υποτελών της καθηγητικής αυθεντίας, που έδιναν πολλές φορές την τυπική εικόνα του ανθρώπου που κρατάει τον χαρτοφύλακα του καθηγητή του και σπεύδει να σβήνει με τον σπόγκο τον πίνακα όπου ο αυθέντης έγραφε τις σοφίες του. Αυτό που κάνει εκ των υστέρων συμπαθή κάπως την ομάδα αυτή, είναι ότι στην διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, μερικοί από αυτούς έχασαν την δουλειά τους επειδή δεν κατάφεραν να διατηρήσουν το πιστοποιητικό κοινωνικό φρονημάτων που ήταν απαραίτητο για την παραμονή στη θέση τους. Αυτοί, όμως, ήταν ελάχιστοι.
Η ομάδα αυτή των πληβείων της ακαδημαϊκής κοινότητας, με το παλιό σύστημα δεν είχε την παραμικρή ελπίδα εξέλιξης στην ακαδημαϊκή ιεραρχία χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη σε ατομική βάση κάποιου τακτικού καθηγητή. Για τον λόγο αυτό, η ατομική τους συμπεριφορά κατ’ ανάγκη διαμορφώνονταν κατά το πρότυπο μάλλον μιας δουλικής υποταγής στον επιλεγμένο προστάτη παρά στην αξιοπρεπή διεκδίκηση προοπτικής στην ακαδημαϊκή ιεραρχία με βάση κάποια αντικειμενική, ιεραρχική και διαφανή διαδικασία αξιολόγησης. Επρόκειτο για «τάξη» σκλάβων που ούτε να ονειρευτούν δεν τολμούσαν την ακαδημαϊκή τους αξιοκρατική χειραφέτηση.
Η δικτατορία βρήκε την λίγο πολύ εκκαθαρισμένη από αξιοκρατικές εξαιρέσεις αυτή την ομάδα των πληβείων της ακαδημαϊκής κοινότητας και ανοιχτή σε νέες νεποτικές προσθήκες. Και πράγματι, στα επτά χρόνια της δικτατορίας, όσοι από τους τακτικούς καθηγητές μπορούσαν να διεκδικήσουν την δική τους επιθυμία νομιμοποίησαν τους υπηρετούντες αλλά συνάμα είχαν την δυνατότητα να εμπλουτίσουν τον πληθυσμό των βοηθών και παρασκευαστών με νέα μέλη που με τη σειρά τους μπορούσαν να περάσουν επιτυχώς την δοκιμασία του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων. Έτσι, η μεταπολίτευση βρήκε τα πανεπιστήμιά μας αφενός ασφυκτιούντα μέσα στο αυταρχικό σύστημα της έδρας «αλλά γκρέκα» (το Χουμπολτιανό σύστημα δεν φέρει καμία ευθύνη καθεαυτό για την στρεβλή απομίμηση) και αφετέρου φορτωμένο με μερικές εκατοντάδες «δούλων» του αυταρχικού συστήματος που δεν έβλεπαν κανένα μέλλον για τον εαυτό τους εκτός αν κάποιος τους άνοιγε έξωθεν και άνωθεν τον δρόμο για κάποιου είδους ιεραρχική εξέλιξη. Τα δύο αυτά κοινής προέλευσης στοιχεία παθογένειας (οι εντεταλμένοι υποτελείς της έδρας και οι βοηθοί και παρασκευαστές) του ακαδημαϊκού συστήματος ήταν πρώτης τάξεως συστατικά για μια συμμαχία εκ των κάτω που θα είχε ως θεμέλιο την εξυπηρέτηση ατομικών υπερεσιακών συμφερόντων και όχι κατ’ ανάγκη συμφερόντων του πανεπιστημιακού συστήματος εν συνόλω αλλά εύκολα θα καλύπτονταν κάτω από σημαία ιδεολογικού αγώνα υπέρ της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Κάτω από την σημαία του εκδημοκρατισμού, δηλαδή, η μάζα αυτή των ουσιαστικά ανέστιων στελεχών διεκδικούσε το δικαίωμα να κάνει καριέρα στο πανεπιστήμιο με μόνο ακαδημαϊκό εφόδιο κατά κανόνα την «αδικία» που είχε υποφέρει όλα αυτά τα χρόνια του αυταρχισμού. Αναζητούσαν ευκαιρία να αναδειχτούν ως πρόσωπα της ακαδημαϊκής κοινότητας και να βγουν από την ανωνυμία των παρελκόμενων της «έδρας».

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Στάθης Καλύβας: Το σύνδρομο του Βισί


από την Καθημερινή
Τ​​ο Βισί είναι μια κωμόπολη της κεντρικής Γαλλίας. Θα ήταν γνωστή μόνο για τα περίφημα ιαματικά της λουτρά αν δεν είχε επιλεγεί ως πρωτεύουσα του λεγόμενου «Γαλλικού Κράτους», ή απλώς «Βισί», μιας οντότητας που δημιουργήθηκε μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς το 1940, στη λεγόμενη «ελεύθερη ζώνη» της Γαλλίας. Το κομμάτι αυτό δεν περιήλθε σε καθεστώς γερμανικής κατοχής, μολονότι οι Γερμανοί ασκούσαν έλεγχο. Ηγέτης του ήταν ο στρατάρχης Φιλίπ Πετέν, ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προσωπικότητα ευρύτατης αποδοχής όταν ανέλαβε το αξίωμα αυτό. Το «Βισί» κατέληξε άδοξα τον Νοέμβριο του 1942 όταν, μετά τη συμμαχική απόβαση στη Βόρεια Αφρική, οι γερμανικές δυνάμεις έθεσαν ολόκληρη τη χώρα υπό την κατοχή τους.
Το «Βισί» δεν υπήρξε απλώς ένα δορυφόρος της ναζιστικής Γερμανίας. Από τη στιγμή της δημιουργίας του επεδίωξε να ενσαρκώσει όχι μόνο τη συνέχεια του γαλλικού κράτους αλλά και την «εθνική αναγέννηση» της κοινωνίας, στοχεύοντας στην αναστροφή της παρακμής που υποτίθεται πως είχε προκαλέσει την ντροπιαστική στρατιωτική ήττα του 1940. Ετσι, το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης «Ελευθερία - Ισότητα - Αδελφότητα» αντικαταστάθηκε με το καινούργιο, «Εργασία - Οικογένεια - Πατρίδα». Το πιο αποκρουστικό έγκλημα του «Βισί» όμως ήταν ότι, με δική του πρωτοβουλία και χρήση της γαλλικής αστυνομίας, έστειλε πάνω από 70.000 Εβραίους στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου.
Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας αρκετά ηγετικά στελέχη του καθεστώτος εκτελέστηκαν, κάποια με δίκη αλλά και πολλά χωρίς. Πολλοί όμως, όπως ο Μορίς Παπόν, δεν ενοχλήθηκαν και κατόρθωσαν να καταλάβουν ανώτατα κρατικά αξιώματα. Η επίσημη θέση του γαλλικού κράτους αποκρυσταλλώθηκε στην αντίληψη πως το «Βισί» ήταν ένα παράνομο καθεστώς μιας δράκας προδοτών δίχως ευρύτερη υποστήριξη και νομιμοποίηση και πως ο Πετέν δεν ήταν παρά απλή μαριονέτα των Γερμανών. Η μεγάλη πλειονότητα των Γάλλων διανοουμένων αντιμετώπισε το καθεστώς αυτό ως ξένο σώμα μέσα στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, δίχως ρίζες στα όσα είχαν προηγηθεί ούτε συνέπειες για τα όσα ακολούθησαν, κάπως σαν ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Η πλειονότητα των Γάλλων το καταδίκαζαν, αλλά αποσιωπούσαν το εύρος του φαινομένου και κυρίως τη σχέση τους μ’ αυτό. Οι Εβραίοι του Βισί θεωρήθηκαν θύματα των Γερμανών και μόνο. Ετσι είναι: κάποιες ενοχλητικές πτυχές της ιστορίας τους οι λαοί προτιμούν να τις βάζουν στην άκρη με μονοκοντυλιά.
Η σιωπή λύθηκε το 1969 με το πολύκροτο ντοκιμαντέρ του Μαρσέλ Οφίλς, «Η λύπη και ο οίκτος», που πρώτη φορά έθεσε ανοικτά το θέμα της ευρείας αποδοχής του «Βισί» από τους Γάλλους, περιγράφοντας τα πολλαπλά κίνητρά τους μέσα από μαρτυρίες που προέρχονταν από την περιοχή του Κλερμόν - Φεράν, αρχετύπου της βαθιάς Γαλλίας. Το ντοκιμαντέρ συνάντησε αρχικά μεγάλες αντιδράσεις, θεωρήθηκε αιρετικό και η γαλλική τηλεόραση αρνήθηκε να το μεταδώσει. Τελικά, προβλήθηκε στους κινηματογράφους λειτουργώντας ως το πρώτο μεγάλο χτύπημα στον μύθο της πάνδημης αντίστασης των Γάλλων εναντίον της γερμανικής κατοχής.
Τρία χρόνια αργότερα, ο πολιτικός επιστήμονας Ρόμπερτ Πάξτον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, εξέδωσε βιβλίο που πέρασε σχετικά απαρατήρητο στην Αμερική. Οπως υποδηλώνει ο τίτλος του, «Η Γαλλία του Βισί: Παλαιά φρουρά και νέα τάξη, 1940-1944», το βιβλίο αποδομούσε με συστηματικό τρόπο τον μύθο πως το καθεστώς του Βισί είχε απλώς επιβληθεί εκ των άνω και απ’ έξω και πως δεν είχε ευρεία στήριξη μέσα στη γαλλική κοινωνία. Η μετάφραση του βιβλίου στα γαλλικά το 1973 προκάλεσε γενικευμένο σάλο. Η αντίδραση ήταν έντονη και ο Πάξτον κατηγορήθηκε για πολλά αμαρτήματα. Ομως η αναπάντεχη εκδοτική επιτυχία του βιβλίου αυτού, μαζί με την ταινία του Οφίλς, οδήγησε τους Γάλλους σε πιο ώριμες σκέψεις για την περίοδο αυτή. Το 1987, ο Γάλλος ιστορικός Ανρί Ρουσό ανέλυσε με ενάργεια την οδυνηρή αυτή διαδικασία ιστορικής αυτογνωσίας, ονοματίζοντάς τη με τον τίτλο του βιβλίου του, «Το σύνδρομο του Βισί».
Η αυτογνωσία άργησε να περάσει στο πολιτικό επίπεδο. Ο σπουδαίος Σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος μάλιστα είχε αρχικά συνάψει στενές σχέσεις με το «Βισί», αντιστάθηκε με σθένος στην άποψη πως το γαλλικό κράτος είχε ευθύνη για τις πράξεις του. Αυτό όμως άλλαξε το 1995, όταν ο διάδοχός του, Ζακ Σιράκ, σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του αναγνώρισε χωρίς περιστροφές την ευθύνη του γαλλικού κράτους στη θεσμική συγκρότηση του «Βισί» και κατ’ επέκτασιν τη συνενοχή των Γάλλων στις εγκληματικές του πράξεις. Ο νέος Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν εμπνεύστηκε από το παράδειγμά του και στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τόλμησε να αναφερθεί στα εγκλήματα της γαλλικής αποικιοκρατίας.
Η ιστορική αυτογνωσία απαιτεί μεγάλο θάρρος. Ισως δεν υπάρχει δυσκολότερη κατάκτηση για έναν λαό από την αναγνώριση της ενοχής και των ευθυνών που προκύπτουν από αυτή. Ομως η ιστορική εμπειρία δείχνει πως πολλές φορές, ζητήματα που προσεγγίζονται αρχικά με μεγάλη δυσκολία και προκαλούν επιθετικότητα απέναντι σε όσους τα θέτουν, σταδιακά γίνονται αντικείμενο συζήτησης και έρευνας. Και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, αναγνωρίζονται ως αυτά που πραγματικά ήταν και όχι ως αυτά που πολλοί θα επιθυμούσαν να είναι.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
Έντυπη